Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012

Μονόλογος

  Κάτι καταθλιπτικό. Κάτι άσχημο. Κάτι χαρούμενο. Κάτι όμορφο. Κάτι τέτοιο ήσουνα. Κάτι τέτοιο είσαι. Κάτι τέτοιο θα μείνεις.
  Μήπως να φύγουμε; Και που να πάμε; Ε να φύγουμε. Αλλά για που; Προς τα που; Ναι ξέρω είναι δύσκολο. Θέλει και λεφτά. Ποιος τα χέζει τα λεφτά, θάρρος θέλει. Θάρρος και θράσος. Για να φτύσεις τους πάντες και τα πάντα στα μούτρα, να τους ρίξεις δυο-τρία καντήλια και να φύγεις χωρίς να τους κοιτάξεις καθώς κάθονται με τα μάτια τους καρφωμένα στην πλάτη σου και τα στόματα ανοιχτά.
  Τέλος τα σκατά για σήμερα, για αύριο, για μεθαύριο, για τις υπόλοιπες μέρες. Τέλος. Τίποτα άλλο πια. Θα καθόμαστε μαζί και θα κοιτάμε το ταβάνι αν είναι, αλλά όχι άλλα σκατά.  Ή ακόμα καλύτερα, θα καθόμαστε και θα κοιτάμε το ταβάνι ενώ ακούμε μουσική και δε θα μιλάμε. Αυτό. Αυτό ναι, είναι ευτυχία.
  Ο Bukowski είχε πει κάποτε “Αν έχεις χάσει την ψυχή σου και το ξέρεις, τότε έχει μείνει λίγη ακόμα ψυχή για να χάσεις.”. Εγώ που νιώθω κενή την ψυχή μου; Θα ήταν καλύτερο να την είχα χάσει τελίως ή είναι καλύτερα τώρα; Που είναι άδεια; Άδεια είναι αλλά δεν χωράει τίποτα μέσα της. Γιατί δεν χωράει τίποτα; Όλα τα πράγματα του κόσμου είναι τόσο μεγάλα; Μπα, μάλλον η ψυχή μου έχει γίνει πολύ μικρή. Γι' αυτό σου λέω πάμε να φύγουμε, να ακούσουμε μουσική σε ένα μικρό δωμάτιο και να κοιτάμε το ταβάνι. Αυτό θα γεμίσει την ψυχή μου ή μάλλον θα την μεγαλώσει.
  Θα φύγουμε; Θα φύγουμε. Κάτσε, κάτσε εαυτέ μου τελιώνω το τσιγάρο και φεύγουμε,. Το δωμάτιο. Η μουσική. Το ταβάνι. Μας περίμενουν.

Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Διάλογος Ι


- Γεια.
- Γεια.
- Να κάτσω;
- Κάτσε. Δεν μου ανήκει το παγκάκι.
- Πως σε λένε;
- Α.
- Εμένα Γ. Χάρηκα.
- Θα δείξει.
- Συγγνώμη;
- Λέω θα το δεις στην πορεία αν χάρηκες πραγματικά.
- Χαχα.
- ...
- Τι κάνεις εδώ;
- Δεν ξέρω.
- Περιμένεις κάτι;
- Ναι.
- Τι;
- Δεν ξέρω.
- Χαχ, από δω είσαι;
- Όχι, από Αθήνα.
- Και πως βρέθηκες εδώ;
- Χαχ, δεν ξέρω.
- Χαμένη τύπισσα;
- Χρόνια τώρα.
- Θες να πάμε μια βόλτα;
- Εσύ θες;
- Ε ναι.
- Νομίζω έρχεται αυτό που περιμένω.
- Και τι είναι;
- Δεν ξέρω. Πάντως αισθάνομαι τι θα κάνει στη ζωή μου.
- Τι θα κάνει;
- Θα την αλλάξει.
- Και πως το ξέρεις ότι έρχεται;
- Εντάξει, πάμε βόλτα.
- Είσαι περίεργη.
- Ευχαριστώ.
- Μη το παίρνεις για κακό
- Μα δεν το πήρα.
- Πάμε;
- Πάμε.
- Τι κάνεις στη ζωή σου;
- Δεν ξέρω.
- Και τι ξέρεις τελικά;
- Ότι κάτι λείπει.
- Τι λείπει;
- Έχεις αναπτήρα.
- Ορίστε.
- ...
- Έχεις μια μαγευτική θλίψη.
- Εμένα για σκέτη μου κάνει, χωρίς μαγείες και χρυσόσκονες.
- Σε ενόχλησε αυτό που είπα;
- Ήρθε.
- Τι λες;
- Η βόλτα μας τελείωσε. Ευχαριστώ, ήταν όμορφα.
- Μα πού πας;
- Δεν ξέρω.
- Γιατί φεύγεις;
- Καμένο χαρτί είμαι. Μη σκαλίζεις τις στάχτες. Ποτέ δεν θα καταλάβεις τι θέλουν να σου πουν.
   Ποτέ δεν θα γίνουν χαρτί ξανά.

Κυριακή 13 Μαΐου 2012

Σκόρπιοι άνθρωποι


   Τα μάτια σου. Τα χείλη σου. Τα χέρια σου. Το μούσι σου. Η σιωπή σου. Η φωνή σου. Η κραυγή σου. Οι ταχυπαλμίες σου. Τα αγγίγματα σου. Το πρόσωπο σου. Η φιγούρα σου στο σκοτάδι. Η σκέψη σου. Οι μικρές κοφτές ανάσες σου. Η εικόνα σου. Η ζωή σου. Η ζωή μου.
   Ψέματα, Εμετοί. Εφιάλτες. Παύση. Διακοπή παύσης. Εφιάλτες. Εμετοί.Ψέματα. Παύση. Παύση. Παύση. Γιατί δεν σταματάνε; Παύση. Παύση. Παύση. Καν' τα να σταματήσουν. Γιατί δεν σταματάνε;
   Το πάμε πάλι από την αρχή; Μια ολόκληρη ζωή να την πάμε πάλι από την αρχή; Δεν γίνεται. Θέλω να ξεκινήσω πάλι από την αρχή. Το προσπάθησα. Δεν γίνεται ακόμα. Όχι ακόμα. Σε λίγο.
   Πονάει.
   Πράσινα. Πάλι πράσινα. Δεν θέλω πάλι πράσινα. Κόκκινα. Έγιναν από την πίεση κόκκινα. Βραχνή φωνή. Σιωπή. Βαριά ανάσα. Σιωπή.
   Κάρβουνο. Μουντζούρες από κάρβουνο. Στο χαρτί. Στο πρόσωπο μου.
   Λέξεις. Στριμωγμένες η μία δίπλα στην άλλη. Όμορφες λέξεις. Άσχημες λέξεις. Σχηματίζουν προτάσεις. Λερώνουν το χαρτί. Λέξεις.
   Ναρκωτικά. Μέσα σε αυτά μια ολόκληρη παιδική ηλικία. Θυμάσαι; Θυμάσαι που με έπαιρνες αγκαλιά; Ήμουν μικρή. Ήσουν μαστουρωμένος. Θυμάσαι μικρός που τριγυρνούσες από εδώ και από εκεί με το κόκκινο κραγιόν της μάνας σου και ζωγράφιζες το σπίτι; Τώρα τριγυρνάς από εδώ και από εκεί με κόκκινα μάτια. Ναρκωτικά.
   Χάος.Σκέψεις. Τρελές σκέψεις από δω και από κει. Πολλές σκέψεις. Δεν έχουν σειρά. Μια τάξη αταξίας. Χάος.
   Μουσική. Μελωδίες. Θέλω να χορέψω. Δεν έχω την δύναμη. Θέλω να χορέψω. Μ' ακούς;
   Ψέματα, Εμετοί. Εφιάλτες. Παύση. Διακοπή παύσης. Εφιάλτες. Εμετοί.Ψέματα. Παύση. Παύση. Παύση. Γιατί δεν σταματάνε; Παύση. Παύση. Παύση. Καν' τα να σταματήσουν. Γιατί δεν σταματάνε; Παύση. Παύση. Παύση...

Δευτέρα 16 Απριλίου 2012

Να θυμηθώ, να ξεχαστώ.

- Νομίζω πρέπει να ξεχάσουμε. Τι λες;
- Τι να ξεχάσουμε;
- Ε να ρε, να ξεχάσουμε απλά.
- Ναι, αλλά τι να ξεχάσουμε δεν μου λες.
- Τα πάντα να ξεχάσουμε.
- Γιατί να τα ξεχάσουμε;
- Γιατί τώρα που τα θυμόμαστε τι γίνεται;
- Ξέρεις από που προέρχεσαι.
- Όχι ξέρω τι μισώ στη ζωή μου.
- Ε αυτό. Κάτι είναι κι αυτό.
- Τίποτα δεν είναι αυτό. Δεν θέλω να μισώ στη ζωή μου, δεν θέλω να μισώ τη ζωή μου. Γι' αυτό σου
   λέω ας τα ξεχάσουμε όλα.
- Δεν θέλω να ξεχάσω.
- Γιατί δεν θέλεις να ξεχάσεις;
- Γιατί φοβάμαι. Φοβάμαι πως άμα ξεχάσω θα χαθώ μέσα σε ένα κενό.
- Θα χαθείς, αλλά τουλάχιστον αυτό το κενό θα είναι δικό σου, δεν θα σου το "τρώνε" , ούτε θα
   ξερνάνε τη σιχασιά τους επάνω σου. Θα είσαι μόνο εσύ και το κενό σου.
- Δεν θέλω.
- Είσαι δειλός.
- Είμαι.
- ...
- ...
- Εγώ θα ξεχάσω.
- Να ξεχάσεις.
- Θα ξεχάσω κι εσένα.
- Τότε θα σε ξεχάσω κι εγώ.
- Μα φοβάσαι το κενό. Δεν θες να ξεχάσεις.
- Δεν θέλω να με ξεχάσεις.
- Θα φύγω.
- Που θα πας;
- Δεν ξέρω, θα φύγω όμως.
- Θα μου λείψεις.
- Όχι.
- Ναι.
- Μη μου λες πως θα σου λείψω. Θέλω να ξεχάσω.
- Εγώ στο λέω και μετά εσύ ξέχασε το κι αυτό.
- Όχι.
- ...
- ...
- Γιατί θες να ξεχάσεις;
- Γιατί δεν έχω τίποτα για να θυμάμαι.

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων.

  Είναι αργά για κάτι τέτοια. Είναι αργά για τέτοια λόγια. Είναι αργά για άλλα μισόλογα. Είναι αργά για βλέμματα στα κλεφτά. Είναι αργά για σιωπές. Είναι αργά.
  Κοίτα την. Κάθεται εκεί που την άφησες. Εκεί, στα σκαλοπάτια. Κοίτα την, δεν έχει κλείσει το βιβλίο ακόμη και το τσιγάρο της δεν έχει τελείωσει. Τραβάει μικρές και βαθιές τζούρες. Νιώθει τον καπνό να περνάει τον λαιμό της και να πηγαίνει στα πνευμόνια της, να γίνεται ένα μικρό πάρτυ από "κακά" παιδιά και μετά ανεβαίνει επάνω πάλι και βγαίνει από το στόμα της με μεθυσμένες, χορευτικές φιγούρες.
  Γελάει. Γελάει με κάτι. Με το βιβλίο που διαβάζει. Με τις σκέψεις της. Με τον εαυτό της. Γελάει. Έχει τόσο όμορφο χαμόγελο.
  Πώς γίνεται να το πιστεύεις ακόμα; Τίποτα δεν είναι ίδιο. Ναι, ναι αυτή είναι ακόμα εκεί, στο ίδιο σημείο, με το ίδιο βιβλίο, με τα ίδια τσιγάρα να της κάνουν παρέα, αλλά αυτή δεν είναι ίδια. Έχει αλλάξει. Εσύ έχεις αλλάξει. Όλα έχουν αλλάξει.
  Θυμάσαι τι σου είχε πει; Εκεί καθόσασταν σε εκείνα τα σκαλιά. Δεν μιλούσατε. Πρατιρούσατε γύρω σας τα πιο απαρατήρητα-από τους πολλούς-μικροπράγματα. Πάντα το κάνατε αυτό. Θυμάσαι;  Κοίταζε κάπου που δεν μπορούσες να προσδιωρήσεις με ένα βαθύ βλέμμα και σου είπε "Ρε μαλάκα πάμε να φύγουμε από εδώ.". Ποτέ δεν απάντησες.
  Όταν έφυγες για ακόμη μια φορά, δεν έκατσε να σε κοιτάζει να χάνεσαι στο πλήθος. Προτίμησε να χαθεί εκείνη πρώτη ανάμεσα του. Δεν γύρισε το βλέμμα της πίσω ούτε για λίγο. Έστριψε τσιγάρο, το άναψε και ψιθυριστά, σχεδόν σιωπηλά είπε "Μην ξεχάσεις να δώσεις φιλιά στο χάος μωρό μου."

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Φωτιές.

  Το πιο γελοίο από όλα αυτά είναι ότι κάθεσαι και κλαίγεσαι για τα Starbucks, για το Άττικον και τα νεοκλασσικά, που τα περιτριγύριζαν οι φλόγες. Ναι οκ, δεν λέω, κάτι έλεγε το σινεμά -βέβαια για να πας και να πληρώσεις, έπρεπε να κόψεις τον κώλο σου για ένα μήνα και ειδικά τώρα με τα νέα μέτρα- και τα νεοκλασσικά όμορφα ήταν. Για τα Starbucks και τα άλλα μεγαλοκαταστήματα δεν θα μιλήσω, καπητάλες ήταν.
  Αλλά ρε φίλε να σου πω εγώ γιατί κλαίω; Από τα χημικά, για τους χιλιάδες άστεγους στο κέντρο της Αθήνας, για τους μπάτσους που δεν έχουν ψυχή, για τους πολιτικούς που έχουν σκατά στο κεφάλι τους, για τα λάθη των άλλων που θα τα υποστούμε εμείς, για την νύχτα που η Αθήνα καιγόταν  και σε έχασα μέσα στο πλήθος.
  Φίλε μου να το θυμάσαι όμως, μέσα από αυτές τις φλόγες, που τόσο φοβάσαι και μισείς, θα ξαναγεννηθούμε. 

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012

Λευκός δαίμονας.

  Κοιτάζεις σκεπτικά. Χρώματα. Παντού χρώματα. Γυρνάς το βλέμμα σου αριστερά. Χαμογελάς. Γυρνάς το βλέμμα σου δεξιά. Δακρύζεις. Κοιτάζεις πάλι σκεπτικά μπροστά. Από το μυαλό δεν περνάει η ιδέα να κοιτάξεις πίσω σου. Ούτε μια μικρή ματιά στα κλεφτά.
  Χάνονται τα χρώματα. Μαύρο. Κοιμάσαι. Δεν μιλάς. Πονάς. Φοβάσαι. Γελάς. Ποτέ δεν φοβόσουν.
  Ξαφνικά εμφανίζεται στην πόρτα. Την παρατηρείς. Ντυμένη με ένα λευκό φόρεμα και τα μαύρα της μαλλιά να πέφτουν στον ώμο της. Είναι ξυπόλυτη. Σου χαμογελάει, μα γυρνάς το βλέμμα σου αλλού. Σε πλησιάζει σιωπηλά και ακουμπάει το χέρι της επάνω στο μάγουλο σου. Σκύβεις το κεφάλι. Στο σηκώνει. Σε φιλάει γλυκά στο μέτωπο. Σκύβεις ξανά το κεφάλι.
  Δεν θέλεις να το καταλάβει. Προστασία ζητούσες πάντα. Κάποιον να σε προστατεύει όταν νιώθεις στο πετσί σου τον τρόμο να σε κυριεύει. Δεν θέλεις να κάνει πολλά. Να σε παίρνει αγκαλιά και να σου μιλάει ψιθυριστά στο αυτί. Να σου λέει παραμύθια με άγνωστους ήρωες.
  Δεν φοβάσαι πια. Αρχίζεις να μισείς τον εαυτό σου ξανά, αλλά η μουσική της χορεύει μέσα σου. Νιώθεις να ξαναγεννιέσαι. Σε λίγο θα αρχίζεις να ντρέπεσαι για ακόμη μια φορά. Θα αρχίσεις να σιχαίνεσαι το κορμί σου και να καταριέσαι το μυαλό σου που σε κυριαρχεί. Όχι ακόμα όμως. Σε λίγο. Κλείνεις τα μάτια και αφήνεσαι στο χορό του κορμιού σου. Ακούς τα αίμα στις φλέβες σου να κυλάει μολυσμένο αλλά δεν σε νοιάζει. Όχι ακόμα. Σε λίγο. Σε λίγο θα αρχίσει να σε νοιάζει.
  Ξυπνάς από τον τρελό χορό. Ανοίγεις τα μάτια και νιώθεις δυνατός. Σκέφτεσαι. Δεν θέλεις να ξαναδείς αυτή την μορφή. Ένας λευκός δαίμονας είναι. Ένας λευκός δαίμονας που σε σκοτώνει.
  Έφυγε ο φόβος. Έφυγε ο πόνος. Ήρθε η ντροπή. Σιχαίνεσαι τον εαυτό σου. Καταριέσαι το μυαλό σου. Σε νοιάζει το βρώμικο αίμα που κυλάει στις φλέβες σου.
  Φωνάζεις μέσα σου: "Τελευταία φορά". Έχεις ξοδέψει πολλά ουρλιαχτά λέγοντας αυτή τη φράση, μα ποτέ δεν ήταν τελευταία φορά.